Σπυρίδων Σφέτας
Ανεπιθύμητοι σύμμαχοι και ανεξέλεγκτοι αντίπαλοι: Οι σχέσεις ΚΚΕ και NOF στη διάρκεια του εμφυλίου (1946-1949)
Βαλκανικά Σύμμεικτα, Περιοδική Έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, τεύχος 8, Θεσσαλονίκη, 1996, 211-246.
Το ζήτημα των σχέσεων NOF και ΚΚΕ έχει απασχολήσει κατά τα τελευταία χρόνια τους Έλληνες ιστορικούς, διότι πρόκειται στην ουσία για ένα θέμα που συνδέεται άμεσα με το Μακεδονικό στην κρίσιμη περίοδο του εμφυλίου. Πρόσφατες μελέτες σε ικανοποιητικό βαθμό διαφωτίζουν το
ζήτημα με ορθολογιστικό και αντικειμενικό τρόπο.[1] Το μεγάλο όμως πρόβλημα εξακολουθεί να παραμένει η πρόσβαση στο ανέκδοτο υλικό που υπάρχει στα Σκόπια και στο Βελιγράδι και συνδέεται άμεσα με τα πρόσωπα που έδρασαν την περίοδο αυτή, είτε ως Νοφίτες είτε ως μέλη του ΚΚΕ. Οι συλλογές εγγράφων που εκδόθηκαν στα Σκόπια στην δεκαετία του 70 και του 80 χαρακτηρίζονται από ένα σαφή εκλεκτικισμό, ωστόσο περιέχουν αρκετά σημαντικά στοιχεία. Σκοπός του άρθρου αυτού, είναι με αξιολόγηση και χρήση δημοσιευμένων και αδημοσίευτων πηγών, να συμβάλλει στην διαλεύκανση των αμφίδρομων σχέσεων του ΚΚΕ-NOF στη διάρκεια του εμφυλίου.
Στην περίοδο της Κατοχής το ΚΚΕ συγκατατέθηκε στην ίδρυση του SNOF (Σλαβομακεδονικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), μετά από πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού
Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, γιατί εκτιμούσε ότι με τον τρόπο αυτό θα προσελκύονταν στην αντίσταση οι Σλαβομακεδόνες εκείνοι που είχαν παρασυρθεί από τη βουλγαρική φασιστική προπαγάνδα και είχαν προσχωρήσει στην Οχράνα. Η ίδρυση του SNOF δεν είχε την έγκριση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, που είχε την άποψη ότι η οργάνωση θα συμβάλλει περισσότερο στη διάσπαση παρά στην ενότητα των αντιστασιακών δυνάμεων. Το γεγονός αυτό καθιστούσε το ΚΚΕ ιδιαίτερα προσεκτικό στο Μακεδονικό ζήτημα. Αν και το ΚΚΕ αναγνώριζε τους Σλαβομακεδόνες από το 1934 ως «Μακεδονικό έθνος», διακήρυττε ωστόσο την αρχή της ισοτιμίας των μειονοτήτων και προσπαθούσε να εντάξει το SNOF στο αντιστασιακό κίνημα του ΕΛΑΣ. Σύντομα ωστόσο στρατιωτικοί σύνδεσμοι από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία μετέβαιναν στην ελληνική Μακεδονία και προπαγάνδιζαν ότι ο «μακεδονικός» λαός στην Ελλάδα δεν πρέπει να αγωνιστεί για ισοτιμία, αλλά για αυτοδιάθεση και συνένωση με την γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Η προπαγάνδα αυτή έβρισκε ιδιαίτερη απήχηση στην περιφερειακή οργάνωση του SNOF Καστοριάς, που άρχισε να απαιτεί την ίδρυση ξεχωριστών σλαβομακεδονικών ενόπλων τμημάτων και ξεχωριστού επιτελείου. Ιδιαίτερη δραστηριότητα για την «αυτονόμηση» του SNOF είχε αναπτύξει ο Paskal Mitrevski (Πασχάλης Μητρόπουλος), Γραμματέας της περιφερειακής επιτροπής του SNOF Καστοριάς. Η απροκάλυπτη αυτή σωβινιστική προπαγάνδα και η εξάρτηση του SNOF σε σημαντικό βαθμό από το Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εξανάγκασαν το ΚΚΕ να διαλύσει την οργάνωση τον Μάϊο του 1944. Τον Ιούλιο του 1944 το ΚΚΕ επέτρεψε την ίδρυση ξεχωριστών σλαβομακεδονικών τμημάτων στα πλαίσια του ΕΛΑΣ, κυρίως για να έχει την πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη του Tito μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου. Αλλά τόσο το τάγμα Φλώρινας- Καστοριάς με επικεφαλής τον Goce (Ηλίας Δημάκης) όσο και το τάγμα Αριδαίας- Έδεσσας με επικεφαλής τους Dzodzo Urdov (Γιώργος Ούρδας) και Pavel Rakovski (Παύλος Ρακοβίτης) συνέχιζαν την ίδια πολιτική, με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 1944 ο ΕΛΑΣ να συγκρουστεί με το τάγμα του Goce και να το απωθήσει στην Γιουγκοσλαβία. Από την συγχώνευση των ταγμάτων αυτών ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1944 στο Μοναστήριη «Αιγιακή Ταξιαρχία Κρούσης» με αποστολή την «απελευθέρωση της Μακεδονίας του Αιγαίου». Διοικητής διορίστηκε ο Goce και πολιτικός επίτροπος ο Mihajilo Keramidziev (Μιχάλης Κεραμιτζής). Έναν έκδηλο επεκτατισμό καλλιεργούσε κυρίως η ηγεσία των Σκοπίων με επικεφαλής τον Πρόεδρο της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» Metodija Cento. Σκοπός του Cento ήταν η ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στην γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, αλλά η συνένωση και ανεξαρτητοποίηση της Μακεδονίας υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Τιτο έδινε προτεραιότητα στην οργανική ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στην γιουγκοσλαβική ομοσπονδία και στην καταπολέμηση κάθε έκδηλου ή λανθάνοντος φιλοβουλγαρισμού, θεωρώντας το ζήτημα της συνένωσης της ελληνικής και βουλγαρικής Μακεδονίας με την γιουγκοσλαβική Μακεδονία ως δευτερεύον ζήτημα και ως ζήτημα γενικότερης γιουγκοσλαβικής εξωτερικής πολιτικής. Γι' αυτό και διεμήνυσε τον Νοέμβριο του 1944 στην «Αιγιακή Ταξιαρχία Κρούσης» ότι ήταν πολύ πρώιμο το θέμα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Σταδιακά ο Tito απέκτησε πολιτικό έλεγχο στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία και τον Μάϊο του 1945 η «Αιγιακή Ταξιαρχία Κρούσης» εντάχθηκε στον γιουγκοσλαβικό στρατό.[2]
Ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι βαρύτητα για την γιουγκοσλαβική εξωτερική πολιτική είχε το ζήτημα της Τεργέστης και όχι της Θεσσαλονίκης και ο Tito ήταν προσεκτικός στις πολιτικές του κινήσεις σχετικά με την ελληνική Μακεδονία, στον ελληνικό πολιτικό κόσμο και σε ευρύτερα στρώματα του ελληνικού λαού ήταν διαδεδομένη η άποψη ότι η Γιουγκοσλαβία είχε εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας. Στην ελληνική Μακεδονία ο όρος «σλαβισμός» ήταν ταυτόσημος με τον όρο «επεκτατικός κομμουνισμός». Ελληνικές εθνικιστικές οργανώσει, ευαισθητοποιημένες στο σλαβικό κίνδυνο, τηρούσαν μία εχθρική στάση απέναντι σε Σλαβομακεδόνες, για τους οποίους υπήρχαν αποδείξεις ή ακόμα και η υποψία ότι στην διάρκεια της κατοχής ως όργανα της Οχράνας ή του SNOF διέπραξαν βιαιοπραγίες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Η ίδρυση του NOF, ως συνέχειας του SNOF, ενίσχυσε ακόμα περισσότερο το πνεύμα δυσπιστίας προς την Γιουγκοσλαβία.
Στις 23 Απριλίου 1945, πριν ακόμα από την συνθηκολόγηση της Γερμανίας και την λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ιδρύθηκε το NOF (Naroden Osloboditelen Front - Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Στα πλαίσια του ΝOF εντάχθηκαν και οι σχηματισμοί NOMS (Narodno-osloboditelen Mladinski Sojuz - Λαϊκο- Απελευθερωτική Ένωση Νεολαίας) και AFZ (Antifasisticki Front na Zenite - Αντιφασιστικό Μέτωπο Γυναικών). Στις 21 Μαΐου συγκροτήθηκε το Κεντρικό Συμβούλιο του NOF, αποτελούμενο από τους Paskal Mitrevski (Πασχάλη Μητρόπουλο) ως πολιτικό Γραμματέα, Pavle Rakovski (Παύλος Ρακοβίτης), Minco Fotev (Μηνάς Φωτόπουλος), Atanas Korovesov (Aθανάσιος Κοροβέσης), Dzodze Urdov (Γιώργος Ούρδας) και Mihajilo Keramidziev (Mιχάλης Κεραμιτζής). Μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 1945 είχαν σχηματιστεί υποεπιτροπές στις περιφέρειες Καστοριάς, Φλώρινας και Έδεσσας. Το πολιτικό πρόγραμμα του NOF περιελάμβανε τα εξής σημεία: 1) Συνεχής αγώνας των «Μακεδόνων» της «Μακεδονίας του Αιγαίου» για την απόκτηση εθνικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. 2) Επιβεβαίωση της «μακεδονικής εθνικής ταυτότητας». 3) Ανακίνηση του «μακεδονικού εθνικού ζητήματος» στον πολιτικό βίο της Ελλάδας. 4) Οργάνωση αντίστασης στην τρομοκρατία και τη γενοκτονία που οι ελληνικές αντιδραστικές αρχές συστηματικά ασκούν στο «μακεδονικό λαό». 5) Ενίσχυση της εθνικής ενότητας του «μακεδονικού λαού». 6) Αποκάλυψη της αυτονομιστικής δραστηριότητας των οπαδών του Vanco Mihaijlov και εξάρθρωση των κατασκόπων τους στο τμήμα αυτό της Μακεδονίας, οι οποίοι ως πράκτορες των αγγλοαμερικανικών κέντρων αντιπερισπασμού αγωνίζονται εναντίον των εθνικών δικαιωμάτων του «μακεδονικού λαού». 7) Αποκάλυψη των αγγλοαμερικανικών σχέσεων που έχουν για σκοπό το τμήμα της «Μακεδονίας του Αιγαίου» να το μετατρέψουν σε βάση κατασκοπευτικής και υπονομευτικής δραστηριότητας εναντίον της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και όλης της Γιουγκοσλαβίας όπως και εναντίον των άλλων βαλκανικών λαών. 8) Ενδυνάμωση της αδελφοσύνης και ενότητας μεταξύ του ελληνικού και του «μακεδονικού» λαού και αγώνας των «Μακεδόνων» με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις στην Ελλάδα εναντίον του κοινού εχθρού. 9) Οργάνωση του αγώνα του «μακεδονικού λαού» για διασύνδεση μεταξύ των «Μακεδόνων» και των τριών τμημάτων της Μακεδονίας, ιδιαίτερα με τη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», που αντιπροσωπεύει το Πεδεμόντιο για την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης και συνένωσης του «μακεδονικού λαού».[3]
Είναι σαφές ότι μακροπρόθεσμος στόχος του NOF, όπως προηγουμένως του SNOF, παρέμεινε η συνένωση της ελληνικής Μακεδονίας με την γιουγκοσλαβική. Άμεση επιδίωξη του NOF ήταν η ανάπτυξη σλαβομακεδονικής εθνικής συνείδησης στους Σλαβομακεδονες της ελληνικής Μακεδονίας με καταπολέμηση τόσο των λεγόμενων «Γραικομάνων», δηλαδή των Σλαβομακεδόνων με ελληνική εθνική συνείδηση , όσο και των φιλοβουλγαρικών στοιχείων, που χαρακτηρίζονταν ως όργανα του Ivan Mihajilov. Έπρεπε να επιτευχθεί ο φιλογιουγκοσλαβικός προσανατολισμός των Σλαβομακεδόνων. Στο πνεύμα αυτό κινήθηκαν και οι οδηγίες που έδωσε ο Cvetko Uzunovski, Υπουργός Εσωτερικώ στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία, σε σύσκεψη στελεχών του NOF τον Μάιο του 1945 σχετικά με την προπαγάνδα που έπρεπε να αναπτύσσουν στην ελληνική Μακεδονία.[4] Στη διάρκεια του 1945 και μέχρι το φθινόπωρο του 1946 τα στελέχη του NOF, μην έχοντας οργανική σύνδεση με το ΚΚΕ και εκμεταλλευόμενα την ανώμαλη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, δρούσαν ουσιαστικώς ανεξέλεγκτα καλλιεργώντας ένα αλυτρωτικό πνεύμα στους Σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας και προπαγανδίζοντας την ιδέα της Μεγάλης Μακεδονίας.[5] Αυτό ήταν φυσικό να εντείνει την εχθρότητα των ελληνικών εθνικιστικών οργανώσεων προς τους πρώην Σνοφίτες και Οχρανίτες. Θύματα τελικώς της απροκάλυπτης σωβινιστικής δραστηριότητας των στελεχών του ΝOF στην ελληνική Μακεδονία, στην οποία στις αρχές του 1945 οι Σλαβομακεδόνες δεν ξεπερνούσαν τις 100.000, υπήρξαν οι ίδιοι οι Σλαβομακεδόνες που εξανάγκαζονταν, κυρίως από φόβο αντιποίνων, να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, ανεξάρτητα αν ως πρώην Σνοφίτες ή Οχρανίτες διέπραξαν ή όχι αδικήματα. Υπολογίζεται ότι κατά τα έτη 1945-46 περίπου 15.000-20.000 Σλαβομακεδόνες μετανάστευσαν στην Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία.
Κατά το 1945 το ΚΚΕ υπό την ηγεσία του Νίκου Ζαχαριάδη είχε στραφεί κατά της οργάνωσης NOF. Επανειλημμένα η κομματική περιφερειακή οργάνωση Έδεσσας καταδίκαζε το NOF ως οργάνωση φασιστική και αυτονομιστική και καλούσε τους Σλαβομακεδόνες να συσπειρωθούν στο ΕΑΜ/ΚΚΕ που υπόσχονταν την εθνική ισοτιμία.[7] Σε επίσημους λόγους του ο Ζαχαριάδης αναφερόταν στην ελληνικότητα της Μακεδονίας και στο απαραβίαστο των ελληνικών συνόρων. Σύμφωνα με εκθέσεις του P.Mitrevski, κομματικά στελέχη στην περιοχή της Καστοριάς περιόδευαν στα χωριά των Σλαβομακεδόνων και τους προέτρεπαν να καταδίδουν στην αστυνομία και στα κρατικά όργανα τους πράκτορες του NOF, αν εμφανίζονταν στην περιοχή τους.[8] Η στάση βέβαια του ΚΚΕ εξηγείται από τις ειδικές συνθήκες του 1945, όταν ο Ζαχαριάδης αναζητούσε τουλάχιστον δημόσια, μία ειρηνική διευθέτηση του ελληνικού πολιτικού ζητήματος και προσπαθούσε να διαλύσει τις υποψίες για εξάρτηση του ΚΚΕ από τα άλλα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα. Στην ουσία όμως η πολιτική ήταν αντιφατική. Το ΚΚΕ συναρτούσε την τοποθέτηση του στο Μακεδονικό με τις επιταγές της τακτικής που ακολουθούσε σε σχέση με το ελληνικό πολιτικό πρόβλημα. Άλλωστε η αναγνώριση της ύπαρξης «μακεδονικού έθνους» επέβαλε κατά την κομμουνιστική αντίληψη και την αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, αρχή που το ΚΚΕ φανερά δεν αποκήρυσσε. Η σκλήρυνση της στάσης του ΚΚΕ που άρχισε να παρατηρείται μετά το Έβδομο Συνέδριο του ΚΚΕ (Οκτώβριος του 1945) σε σχέση με τον αγγλικό παράγοντα και η εκτόξευση της απειλής αποχής από τις εκλογές σηματοδότησαν και την αλλαγή της στάσης του ΚΚΕ σε σχέση με το ΝΟF.
Μετά το Έβδομο Συνέδριο, το ΚΚΕ αντιμετώπιζε ως ενδεχόμενο το πέρασμα στην ένοπλη σύγκρουση. Η εξάρτηση από την βοήθεια των γειτονικών βαλκανικών χωρών, κυρίως από την Γιουγκοσλαβία, απαιτούσε και μια εξομάλυνση των σχέσεων με το NOF. Σε ομιλία του στις 28 Δεκεμβρίου 1945 στην Ολομέλεια της κομματικής Οργάνωσης Μακεδονίας-Θράκης στην Θεσσαλονίκη ο Ζαχαριάδης για πρώτη φορά χαρακτήρισε το NOF ως αντιφασιστική και δημοκρατική οργάνωση.[9] Στην Δεύτερη Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (12-15 Φεβρουαρίου 1946), κατά την οποία υπερίσχυσαν οι απόψεις του Ζαχαριάδη για μία επαναστατική λύση του ελληνικού προβλήματος σε βάρος των απόψεων για μία ειρηνική δημοκρατική πορεία προς την εξουσία, το ΚΚΕ έλαβε απόφαση για μία ισοτιμία των Σλαβομακεδόνων εντός του ελληνικού κράτους.[10] Ακολούθησε το ταξίδι του Ζαχαριάδη στην Πράγα για τις εργασίες του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας στα τέλη Μαρτίου 1945 και η επίσκεψη του στο Βελιγράδι στις αρχές Απριλίου, όπου, όπως είναι γνωστό, απέσπασε την υπόσχεση του Tito για βοήθεια στην έναρξη του ένοπλου αγώνα. Για να κατευνάσει την κυβέρνηση των Σκοπίων και τους Σλαβομακεδόνες που είχαν καταφύγει στην Γιουγκοσλαβία δήλωσε στο Βελιγράδι ότι το ΚΚΕ υποστηρίζει την αρχή της αυτοδιάθεσης.[11]
Η αποχή από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 και η εμφάνιση των αντάρτικων ομάδων στα βουνά της Μακεδονίας δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις του ΚΚΕ. Από την πλευρά του NOF καταβλήθηκε προσπάθεια για την επίτευξη μιας συνεννόησης με το ΚΚΕ. Τα βασικά αιτήματα του NOF, όπως και στην περίοδο της κατοχής, ήταν ο σχηματισμός ξεχωριστών σλαβομακεδονικών τμημάτων, ξεχωριστών επιτελείων και η εισδοχή Σλαβομακεδόνων στις τοπικές οργανώσεις του ΚΚΕ ανάλογα με την πληθυσμιακή τους δύναμη. Το Μάιο του 1956 πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη συνάντηση μεταξύ των Ν. Ζαχαριάδη, Λ. Στρίγγου, Μ.Βαφειάδη ως εκπροσώπων του ΚΚΕ και του P. Mitrevski.[12] Σύμφωνα με την έκθεση του Mitrevski, ο Ζαχαριάδης συμφώνησε γενικά να συγκροτηθούν αρχικώς ξεχωριστές σλαβομακεδονικές ομάδες και τμήματα, αλλά να υπάγονται σε κοινό επιτελείο με τα ελληνικά ανταρτικά τμήματα. Σταδιακά θα μπορούσε να σχηματιστεί ξεχωριστός σλαβομακεδονικός στρατός με δικό του επιτελείο. Σχετικώς με τα κομματικά στελέχη συμφωνήθηκε να καταρτιστεί μια λίστα με τους Σλαβομακεδόνες υποψήφιους και τις αντίστοιχες υποδείξεις και μετά από ψηφοφορία των Ελλήνων κομματικών στελεχών να εγκριθεί ή να απορριφθεί η εισδοχή τους στις κομματικές οργανώσεις. Στους νομούς Καστοριάς, Φλώρινας και Έδεσσας συμφωνήθηκε να γίνουν δεκτά στις κομματικές οργανώσεις περισσότερα στελέχη από το χώρο των Σλαβομακεδόνων.[13] Η συμφωνία αυτή ωστόσο δεν ήταν γραπτή, αλλά προφορική και στην ουσία μη δεσμευτική. Απλώς ο Ζαχαριάδης αντάλλαξε απόψεις με τον Μητρόπουλο, προφανώς για να δείξει ότι δεν ήταν αρνητικά προκατειλημμένος απέναντι στο NOF. Πυροδοτούσε όμως διενέξεις μεταξύ κομματικών στελεχών του ΚΚΕ και διοικητικών ανταρτικών ομάδων στο Βίτσι και το Καϊμακτσαλάν από τη μια μεριά και στελεχών του NOF από την άλλη, τα οποία επικαλούμενα τη συζήτηση Ζαχαριάδη-Mitrevski, επέμεναν στο σχηματισμό ξεχωριστών σλαβομακεδονικών τμημάτων.[14] Τα τοπικά κομματικά στελέχη του ΚΚΕ, γνωρίζοντας τη στάση του τάγματος Φλώρινας- Καστοριάς και Αριδαίας-Έδεσσας το 1944, αρνούνταν να συγκατατεθούν στο σχηματισμό ξεχωριστών σλαβομακεδονικών τμημάτων και πρότειναν να ενταχθούν οι Σλαβομακεδόνες στα ελληνικά ανταρτικά τμήματα. Διατηρούσαν επίσης το δικαίωμα να αποφασίσουν ποιοι Σλαβομακεδόνες θα γίνονταν δεκτοί με ψηφοφορία στις κομματικές οργανώσεις, χωρίς να λάβουν υπόψη τις προτάσεις του NOF.[15] Μεταξύ του ΚΚΕ και του NOF, κυρίως στη βάση των οργανώσεων, επικρατούσε μια ατμόσφαιρα έντασης. Όταν το Σεπτέμβριο του 1946 στο Βίτσι ο Goce (Hλίας Δημάκης) προσπάθησε να οργανώσει σλαβομακεδονικό τμήμα, συνάντησε την έντονη αντίδραση του αρχηγείου των ανταρτών Βιτσίου, που δημοσίευσε καταδικαστική προκήρυξη για τον Goce.[16]
Οι σχέσεις ΚΚΕ και NOF φαίνεται ότι απασχολούσαν όχι μονάχα το ΚΚ «Μακεδονίας», αλλά και το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, το οποίο είχε κάθε συμφέρον για την εξάλειψη των αντιθέσεων μεταξύ ΚΚΕ και NOF. Στις 25 Αυγούστου 1946 εγκαταστάθηκαν στο Βελιγράδι οι Γ. Ιωαννίδης και Π. Ρούσος, με κύρια αποστολή την αποκατάσταση επαφών με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και κυρίως με την Σοβιετική Ένωση για την εξασφάλιση βοήθειας. Ανάμεσα στα ζητήματα που συζητήθηκαν μεταξύ ΚΚΕ και ΚΚ Γιουγκοσλαβίας ήταν προφανώς μετά από παρέμβαση του ΚΚ «Μακεδονίας», και οι σχέσεις ΚΚ και ΝΟF. Στις 14 Οκτωβρίου 1946 ο Ιωαννίδης ως εκπρόσωπος του ΚΚΕ και ο Ι. Κaraivanov ως εκπρόσωπος του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας μονογράφησαν, υπό την εποπτεία του Aleksandar Rankovic, Υπουργού Εσωτερικών της Γιουγκοσλαβίας, ειδική συμφωνία για την ενότητα μεταξύ ΚΚΕ και ΝΟF. H συμφωνία περιείχε τις ακόλουθες διατάξεις:
Η Μακεδονική Κομματική Οργάνωση στην Μακεδονία του Αιγαίου εντάσσεται ολοκληρωτικά στο ΚΚΕ. Ο σύντροφος Paskal, ως τώρα Γραμματέας της Επιτροπής του Αιγαίου σε μας, θα γίνει δεκτός μετά από ψηφοφορία στο Γραφείο της Επιτροπής Περιοχής Μακεδονίας-Θράκης, ενώ ο σύντροφος του Dzodze Urdov στην Ολομέλεια της Επιτροπής Περιοχής. Μετά την εισδοχή τους η Επιτροπή Περιοχής θα προβεί σε τοποθέτηση και των υπόλοιπων στελεχών από την Μακεδονία του Αιγαίου.
Δημιουργείται Κεντρικό Συμβούλιο του NOF για την Μακεδονία του Αιγαίου. Στο Κεντρικό Συμβούλιο του NOF θα μπουν, εκτός των άλλων, ο Mihajilo Keramidziev και ο Paskal Mitrevski. Το Κεντρικό Συμβούλιο του ΝΟF θα λογοδοτεί για το έργο του στην Κομματική Επιτροπή Περιοχής Μακεδονίας-Θράκης. Το Κεντρικό Συμβούλιο του NOF θα έχει δικό του όργανο που θα τυπώνεται στην μακεδονική και ελληνική γλώσσα. Για αρχισυντάκτης προβλέπεται ο Pavel Rakovski, ως τώρα μέλος της καθοδήγησης των Αιγαίων και υπεύθυνος για την προπαγάνδα.
Στην Επιτροπή Περιοχής Μακεδονίας-Θράκης την ΕΠΟΝ θα μπει ο Minco Fotev, ως τώρα μέλος της καθοδήγησης των Αιγαίων και υπεύθυνος της νεολαίας.
Να πραγματοποιηθεί πλήρης οργανωτική και πολιτική ενότητα δράσης στο παρτιζάνικο κίνημα στην Ελλάδα και στην Μακεδονία του Αιγαίου. Δεν θα συγκροτηθούν ιδιαίτερα μακεδονικά παρτιζάνικα τμήματα. Τα μακεδονικά στρατιωτικά και πολιτικά στελέχη στο παρτιζάνικο κίνημα θα χρησιμοποιηθούν με τους ίδιους κανόνες, όπως και στο ελληνικό, δηλαδή σύμφωνα με τις ικανότητες του καθένα.
Για την σωστή εφαρμογή της γραμμής του Κόμματος στο παρτιζάνικο κίνημα της Μακεδονίας του Αιγαίου στο Γενικό Στρατηγείο του παρτιζάνικου κινήματος για την Μακεδονία του Αιγαίου και τη Θράκη θα μπει ο σύντροφος Dzodze Urdov, ως τώρα μέλος της Επιτροπής Αιγαίου σε μας.[17]
Η συμφωνία εγκρίθηκε από την ΚΕ του ΚΚΕ και τέθηκε σε ισχύ στις 21 Νοεμβρίου 1946.
Η συμφωνία της 14ης Οκτωβρίου 1946 ήταν περισσότερο μία συνεννόηση ανάμεσα στο ΚΚΓ και το ΚΚΕ, το οποίο θεωρητικά απέκτησε τον ουσιαστικό έλεγχο του ΝΟF. Ο μη προβλεπόμενος σχηματισμός ξεχωριστών σλαβομακεδονικών μονάδων και η δυνατότητα του ΚΚΕ να προωθεί πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη από τον χώρο των Σλαβομακεδόνων κατά την κρίση του ήταν φυσικό να προκαλέσουν αντιδράσεις στο Κεντρικό Συμβούλιο του ΝΟF, όπου υπερίσχυαν τα άτομα που στην διάρκεια της κατοχής είχαν αυτομολήσει στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στο ΚΚΕ. Το ΚΚΕ που χαρακτήριζε πλέον το NOF ως το ΕΑΜ των Σλαβομακεδόνων,[18] άρχισε να προβαίνει στην υλοποίηση της συμφωνίας. Ο P. Mitrevski έγινε τον Νοέμβριο του 1946 μέλος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ. Στο Επιτελείο του Δημοκρατικού Στρατού στο Βίτσι διορίστηκε ο Σλαβομακεδόνας P. Siperkov ως διοικητής και ο επίσης Σλαβομακεδόνας Μ. Apostolski-Graniti ως επιμελητής. Στα Επιτελεία του Γράμμο και στο Καϊμακτσαλάν τοποθετήθηκαν ως υποδιοικητές Σλαβομακεδόνες[19]. Γραμμή του κόμματος ήταν ότι μόνο δοκιμασμένα σλαβομακεδονικά στελέχη θα προωθούνταν. Με δεδομένο ότι στους κόλπους του NOF κυριαρχούσε μια άτυπη διάσπαση μεταξύ αυτών που ήταν υπό την επιρροή του ΚΚΕ και εκείνων που προσανατολίζονταν προς το ΚΚ «Μακεδονίας», υπήρχε πάντα η υποψία των δεύτερων για μεροληπτική πολιτική από την πλευρά του ΚΚΕ. Σε έκθεση του προς το Μακεδονικό Γραφείο με ημερομηνία 19 Απριλίου 1947 ο P. Mitrevski, μετά από περιοδεία του στην Μακεδονία για την προώθηση της συμφωνίας ενότητας μεταξύ ΚΚΕ και ΝΟF, εξέφρασε την απογοήτευση του για τον μικρό βαθμό εκπροσώπησης των Σλαβομακεδόνων στα κομματικά όργανα και στις στρατιωτικές διοικήσεις και αναζήτησε τα αίτια «στον αρτηριοσκληρωτικό σωβινισμό των Ελλήνων συντρόφων που ήταν υπεύθυνοι στις μακεδονικές περιφέρειες, αλλά και στην ανετοιμότητα του ελληνικού λαού να αποδεχθεί ως πραγματικότητα την ύπαρξη μακεδονικού λαού».[20] Το ΚΚΕ δέσμιο της πολιτικής του για πλήρη ισοτιμία των μειονοτήτων, είχε να αντιμετωπίσει την ολοένα και περισσότερο έντονα εκφρασμένη απαίτηση της ηγεσίας του NOF για την πραγμάτωση αυτής της ισοτιμίας. Το Γραφείο Μακεδονίας- Θράκης του ΚΚΕ προσπάθησε να αποτρέψει μια πιθανή χειραφέτηση του NOF από τον έλεγχο του Κόμματος, ιδιαίτερα ενόψει της κλιμάκωσης του εμφυλίου μετά την εξαγγελία του Σχεδίου Marshal. Στις 20 Μαΐου 1947 στο Καϊμακτσαλάν έλαβε χώρα η «Πανεθνική» Συνδιάσκεψη του NOF. Τις εργασίες της Συνδιάσκεψης παρακολούθησε ο Γ. Ερυθριάδης. Προφανώς με ενέργειες του ο P. Mitrevski απομακρύνθηκε από την θέση του γραμματέα του Κεντρικού Συμβουλίου του NOF διατηρώντας όμως τη θέση του κομματικού καθοδηγητή της οργάνωσης. Το Κεντρικό Συμβούλιο ανασχηματίστηκε και έλαβε την προσωνυμία «Συντονιστικό Γραφείο του NOF». Μέλη του Συντονιστικού Γραφείου ήταν οι Mihajilo Keramidziev, Γραμματέας, Vangel Ajanovski-Oce, Υπεύθυνος για οργανωτικά θέματα, PavelRakovski, Υπεύθυνος για θέματα προπαγάνδας, Lambro Colakov, Υπεύθυνος για οικονομικά θέματα και Evdokija Baljona-Vera, Γραμματέας του AFZ.
Εκείνο για το οποίο το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ δεν φαίνεται να ανησυχούσε ήταν η προσπάθεια που κατέβαλε το NOF για την διαμόρφωση σλαβομακεδονικής εθνικής συνείδησης στους Σλαβοφώνους, επιχείρηση η οποία συναντούσε αρκετές δυσκολίες. Στην εισήγηση του στην «Πανεθνική» Συνδιάσκεψη του NOF o Keramidziev τόνισε ότι οι Σλαβομακεδόνες κάτοικοι ολόκληρων χωριών εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι Έλληνες και παρά το γεγονός ότι είναι αντιφασίστες δεν κατέστη δυνατό να αποκτήσουν «μακεδονική» συνείδηση . Αναφέρθηκε επίσης και στην ύπαρξη Σλαβομακεδόνων, που αυτοχαρακτηρίζονταν ως Γραικομάνοι και διέκειντο εχθρικά και απέναντι στο NOF και απέναντι στο ΕΑΜ. Κατά τον Κeramidziev, 10% των Σλαβομακεδόνων ήταν Γραικομάνοι ή Βουλγαρόφιλοι, όργανα της «αντίδρασης». Αλλά και από τους άλλους, που υποτίθεται ότι είχαν ανεπτυγμένη σλαβομακεδονική συνείδηση, 20% τηρούσαν παθητική στάση στον ένοπλο αγώνα, 30% διέκειντο ευνοϊκά, χωρίς να είναι επαναστάτες, και 40% αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή.[21] Ο αριθμός των Σλαβομακεδόνων παρτιζάνων που υπηρετούσαν στον Δημοκρατικό Στρατό ανέρχονταν τον Μάιο του 1947, κατά τον Κeramidziev, σε 5.350 άτομα. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο τα δεδομένα αυτά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή όχι είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι η διαμόρφωση σλαβομακεδονικής συνείδησης στους χωρικούς της υπαίθρου δεν ήταν εύκολη υπόθεση και επιχειρούνταν πολλές φορές με βίαια μέσα.
Ο Keramidziev ως νέος γραμματέας του NOF δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα στην καταπολέμηση του γραικομανισμού και του φιλοβουλγαρισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι εμπόδισε την εισδοχή στο NOF Σλαβομακεδόνων, πρώην οπαδών του ΕΑΜ, με την δικαιολογία ότι ήταν φορείς του γραικομανισμού.[22] Στο βαθμό που η «Λαϊκή Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας» θεωρούνταν το «Πεδεμόντιο της μακεδονικής ενοποίησης», καλλιεργούνταν ταυτόχρονα με την προπαγάνδα της ιδέας του «μακεδονισμού» και ένα αλυτρωτικό πνεύμα. Η ηγεσία του NOF, όντας γενικά δυσαρεστημένη με την παραγκώνιση των μη πιστών στη γραμμή του ΚΚΕ Σλαβομακεδόνων από καίριες θέσεις στο Δημοκρατικό Στρατό[23] και στις κομματικές οργανώσεις, δυσπιστούσε στην διακήρυξη του ΚΚΕ για πλήρη ισοτιμία στις μειονότητες. Ο P. Mitrevski, που διατηρούσε την θέση του πολιτικού καθοδηγητή του NOF, εφιστούσε την προσοχή του Κόμματος στην διασπαστική δραστηριότητα του Keramidziev και επισήμαινε την ανάγκη μιας αναδιοργάνωσης του NOF με διεύρυνση της ηγετικής του ομάδας και με έκφραση όλων των τάσεων.[24] Αρχικά το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ, που γενικά έτρεφε δυσπιστία και απέναντι στον Mitrevski, θεωρούσε υπερβολή τα λεγόμενα του, μετά όμως από την Τρίτη Ολομέλεια (11-12 Σεπτεμβρίου 19470 και το σχηματισμό της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης δέχτηκε τις προτάσεις του.
Όπως είναι γνωστό, η Τρίτη Ολομέλεια αποφάσισε την «απελευθέρωση» της Βόρειας Ελλάδας, την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και άλλων μακεδονικών πόλεων και ενέκρινε το στρατιωτικό επιχειρηματικό σχέδιο «Λίμνες» που προέβλεπε τη δημιουργία τακτικού στρατού, δύναμης 50-60.000 ανδρών. Η αύξηση αυτή από τις 24.000, που ήταν τότε η δύναμη του Δημοκρατικού Στρατού, στις 60.000 έπρεπε να επιτευχθεί σύντομα στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, ώστε να εξοικονομηθούν από εκεί οι αναγκαίες εφεδρικές δυνάμεις για την δημιουργία του κύριου εκστρατευτικού σώματος που θα επιχειρούσε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.[25] Το σλαβομακεδονικό στοιχείο αποτελούσε ουσιαστικό δυναμικό για την κάλυψη εφεδρειών του Δημοκρατικού Στρατού και πιθανότατα γι' αυτό τον λόγο το Μακεδονικό Γραφείο άρχισε να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο NOF, ώστε αν προσχωρήσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι Σλαβομακεδόνες στο Δημοκρατικό Στρατό.
Στις 13 Ιανουαρίου 1948 στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του χωριού Μοσχοχώρι (Vmbel) της Καστοριάς συνήλθε το Πρώτο Συνέδριο του NOF. Από την πλευρά του ΚΚΕ τις εργασίες του συνεδρίου παρακολούθησε ο Γ. Ιωαννίδης. Στην εισήγηση του ο Keramidziev επισήμανε την ανάγκη καταπολέμησης του γραικομανισμού και του φιλοβουλγαρισμού και ανέφερε ότι 10.147 Σλαβομακεδόνες υπηρετούσαν στον Δημοκρατικό Στρατό.[26] Το συνέδριο ψήφισε το Καταστατικό του NOF, το Πρόγραμμα της οργάνωσης που προέβλεπε μια Ανεξάρτητη και Δημοκρατική Ελλάδα, στην οποία οι Σλαβομακεδόνες θα απολάμβαναν πλήρη ισοτιμία, και εξέλεξε νέο Κεντρικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από 35 τακτικά μέλη και 18 αναπληρωματικά.[27] Ο Mitrevski επανατοποθετήθηκε Γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου δημιουργήθηκε εντός του ΝOF με την υποχρέωση να προωθεί την κομματική γραμμή στην οργάνωση.
Με την «ενότητα αυτή» των δυνάμεων του NOF, το ΚΚΕ πίστευε ότι θα προσχωρούσαν πολύ περισσότεροι Σλαβομακεδόνες στο Δημοκρατικό Στρατό και θα έπαυαν οι εσωτερικές έριδες εντός της οργάνωσης. Τα αποτελέσματα υπήρξαν όμως ακριβώς τα αντίθετα. Με την επανατοποθέτηση του Μitrevski στην θέση του Γραμματέα του Κεντρικού Συμβουλίου δημιουργήθηκε εντός της οργάνωσης. Τα αποτελέσματα υπήρξαν όμως ακριβώς τα αντίθετα. Με την επανατοποθέτηση του Μitrevski στην θέση του Γραμματέα του Κεντρικού Συμβουλίου δημιουργήθηκε εντός του NOF μία πολωτική κατάσταση. Η ομάδα των Keramidziev, Rakovski, Ajanovski-Oce, Nikolovska και Goce προσπαθούσε να απομονώσει τον Mitrevski και να έχει τον πλήρη έλεγχο της οργάνωσης. Σε επιστολή του προς τον Μπαρτζώτα με ημερομηνία 19.2.1948 ο Μitrevski έγραφε χαρακτηριστικά:
«…Μετά από το Συνέδριο του ΝΟΦ καθαρά πια φάνηκε το μπλοκ Κεραμιτζή-Βέρα-Ρακόβσκη… Όλα τα προσυζητούσαν, τα' αποφάσιζαν κι' ύστερα ενιαία ερχότανε στις συσκέψεις της εκτελεστικής. Πιανόταν από μικροπράγματα και μικρολεπτομέρειες με σκοπό καθαρά πολεμική και εντυπώσεις. Αυτή είναι η κατάσταση. Αν δείτε πως διαπαιδαγωγούν τα στελέχη και τους ανθρώπους, πως καταστρέφουν τους χαρακτήρες, αν δείτε την μικροπολιτική τους οικογενειακή συναλλαγή, την εξημμένη μονοπωλίστικη φαντασία, τον αντικομματικό άνθρωπο που μέσα τους ακόμα ζει και να ζήσετε όλα αυτά, θα καταλάβετε πόσο ήταν αδύνατο σε μένα να μεταφέρω την συνεννόηση και την ψυχική ενότητα σε μία βάση ενιαίου κομπρομίς».[28]
H διένεξη Keramidziev-Mitrevski δεν οφειλόταν απλώς σε προσωπικά αίτια. Ο Mitrevski, ως μέλος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, προσπαθούσε, προφανώς μετά από εντολή του ΚΚΕ, να ευθυγραμμίσει την οργάνωση με την θέση του Κόμματος που ήταν ισοτιμία στους Σλαβομακεδόνες. Αντίθετα, ο Keramidziev επέμενε στην αναγνώριση της αρχής της αυτοδιάθεσης[29], που μπορούσε να ερμηνευτεί και ως απόσχιση. Γραικομάνοι κατά τους M. Keramidziev, Goce, Rakovski, Ajanovski-Oce και V.Nikolovska ήταν και όσοι υποστήριζαν τη γραμμή του ΚΚΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι η ομάδα αυτή είχε το θάρρος να αποστείλει τον Απρίλιο του 1948 επιστολή στο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας ζητώντας την απομάκρυνση του Mitrevski.[30]
Το σχέδιο του ΚΚΕ για αύξηση της δύναμης των ανταρτών σε 60.000 δεν κατέστη δυνατόν να υλοποιηθεί και η κινητοποίηση των Σλαβομακεδόνων δεν είχε τις αναμενόμενες διαστάσεις. Η ρήξη Tito-Stalin και η απόφαση της Kominform της 28ης Ιουνίου 1948 προκάλεσαν νέες δυσκολίες στο ΚΚΕ, που διεξήγαγε τις πολεμικές επιχειρήσεις κυρίως με γιουγκοσλαβική βοήθεια. Το ΚΚΕ ευθυγραμμίστηκε με την απόφαση του Γραφείου Πληροφοριών, χωρίς όμως να στραφεί έντονα κατά της Γιουγκοσλαβίας.[31] Ο αντίκτυπος των νέων εξελίξεων στο NOF απασχολούσε πλέον σοβαρά και τον ίδιο τον Ζαχαριάδη, ο οποίος ήθελε να αποτρέψει μια ανοικτή διάσπαση στο NOF την περίοδο ακριβώς αυτή, που στο Γράμμο η σύγκρουση του Δημοκρατικού Στρατού με τον Εθνικό Στρατό είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της. Ο Ζαχαριάδης κάλεσε τους P.Mitrevski, M.M. Keramidziev, E. Nikolovska-Vera και S. Kocev και τους ενημέρωσε επίσημα για τη ρήξη Tito-Stalin, απευθύνοντας τους την προειδοποίηση να διαφυλάττουν την ενότητα του NOF και να μην προβαίνουν σε προκλητικές ενέργειες.[32] Λόγω της δυσπιστίας προς την ηγεσία του ΝΟF, στις 10 Ιουλίου 1948 το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ εξέδωσε απόφαση με την οποία καταδίκαζε την εσωτερική διένεξη Keramdziev-Mitrevski, τους οποίους θεωρούσε και υπεύθυνους για την μη εκπλήρωση των στόχων της οργάνωσης. Το Πολιτικό Γραφείο έκρινε ότι η παραμονή των δύο αυτών προσώπων στην ηγεσία ήταν επιζήμια για την οργάνωση.[33] Στις 8 Αυγούστου 1948 συνήλθε στο χωριό Οξυά (Bukovo), κοντά στις Πρέσπες, η Πρώτη Ολομέλεια του Κεντρικού Συμβουλίου του NOF,τις εργασίες της οποίας από την πλευρά του ΚΚΕ παρακολούθησαν οι Μ. Πορφυρογέννης και Γ. Ιωαννίδης.[34] Η Ολομέλεια καταδίκασε την διασπαστική πολιτική των Keramidziev και Mitrevski, τους οποίους καθαίρεσε από την ηγεσία του NOF,[35] και εξέλεξε ως Πρόεδρο τον Stravro Kocev (Σταύρος Κωτσόπουλος) και Γραμματέα τον Vangel Kojcev (Βαγγέλης Κοΐτσης). Επρόκειτο για άτομα που ήταν υπό την άμεση επιρροή του ΚΚΕ και δεν είχαν δημιουργήσει προβλήματα στο Κόμμα.
Μετά την καθαίρεση του ο Mitrevski εντάχθηκε ως απλός αγωνιστής στο Δημοκρατικό Στρατό, παραμένοντας όμως μέλος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, ενώ ο Keramdziev μαζί με τον Goce και τον Ajanovski-Oce αναχώρησαν για τα Σκόπια. Από εκεί άρχισαν να οργανώνουν λιποταξίες Σλαβομακεδόνων από τον Δημοκρατικό Στρατό προς την Γιουγκοσλαβία, καλλιεργώντας ένα πνεύμα ηττοπάθειας και τονίζοντας ότι το ΚΚΕ πρόδωσε τον αγώνα του «μακεδονικού» λαού, που πολεμά άσκοπα.[36] Αν ληφθεί υπόψη ότι οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν το ήμισυ του Δημοκρατικού Στρατού, μπορεί να γίνει κατανοητός ο αντίκτυπος που θα μπορούσαν να έχουν τέτοιες ενέργειες, όταν μάλιστα είχε εκδηλωθεί και η διένεξη Ζαχαριάδη-Βαφειάδη για το ζήτημα των εφεδρειών. Όπως είναι γνωστό μετά την μη υλοποίηση του σχεδίου «Λίμνες», ο Μ. Βαφειάδης υποστήριξε ότι ο Δημοκρατικός Στρατός λόγω ελλείψεων εφεδρειών δεν μπορεί να εξελιχθεί σε τακτικό στρατό και να καταλάβει πόλεις και γι' αυτό πρέπει να περιοριστεί στον ανταρτοπόλεμο μέχρι να καταφθάσει εξωτερική βοήθεια. Το Πολιτικό Γραφείο της Κ.Ε. απέρριψε στις 15 Νοεμβρίου 1948 τις θέσεις του Βαφειάδη, (γνωστές ως πλατφόρμα) ως οππορτουνιστικές. Η ορθή εκτίμηση της κατάστασης του Δημοκρατικού Στρατού από τον Βαφειάδη φάνηκε στην αδυναμία του στους επόμενους δύο μήνες να κρατήσει υπό έλεγχο την Καρδίτσα, τη Νάουσα και το Καρπενήσι.
Η ρήξη Tito-Stalin δημιούργησε και μία νέα παράμετρο στο Μακεδονικό Ζήτημα, που μοιραία επέδρασε στην στάση του ΚΚΕ σχετικά με το Μακεδονικό και το NOF, την επανεμφάνιση της Βουλγαρίας στο μακεδονικό προσκήνιο. Κατά τα έτη 1946-1947 η Βουλγαρία υπό την πίεση της Γιουγκοσλαβίας και του Stalin, στα πλαίσια των συζητήσεων για την ίδρυση της νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας, αναγνώρισε την ύπαρξη «μακεδονικού» έθνους. Έθετε ωστόσο ως προϋπόθεση για τις εδαφικές ρυθμίσεις (παραχώρηση του βουλγαρικού τμήματος της Μακεδονίας στην Λαϊκή Δημοκρατία της «Μακεδονίας» με αντάλλαγμα την επιστροφή των στρατηγικής σημασίας πόλεων Caribrod και Bossilegrad στην Βουλγαρία και την υποστήριξη της εδαφικής της εξόδου στο Αιγαίο) την αποσαφήνιση του χαρακτήρα της ομοσπονδίας. Ενώ η Γιουγκοσλαβία πρότεινε στην Βουλγαρία να ενταχθεί ως έβδομη Δημοκρατία στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία με τα ίδια δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των άλλων Δημοκρατιών, πράγμα που θα σήμαινε στην ουσία την απορρόφηση της Βουλγαρίας από τη Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία δεν ήθελε να απωλέσει την κρατική της κυριαρχία και αντιπρότεινε ένα είδος συνομοσπονδίας σε ισότιμη βάση. Μετά την κατοχύρωση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα (Φεβρουάριος 1947), στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, και την εξαγγελία της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα (Μάρτιος 1947), η Βουλγαρία επέμενε περισσότερο στην θέση της. Η μοναδική παραχώρηση της Βουλγαρίας προς την Γιουγκοσλαβία κατά την σύνοδο στο Bled (27 Ιουλίου- 1 Αυγούστου 1947) υπήρξε η συγκατάθεση της για την καλλιέργεια «μακεδονικής» εθνικής συνείδησης στο σλαβικό πληθυσμό της βουλγαρικής Μακεδονίας. Μετά την σύνοδο στο Bled, πολιτικοί παράγοντες από τα Σκόπια μετέβαιναν στην βουλγαρική Μακεδονία, όπου δρούσαν ανεξέλεγκτα στην προσπάθεια τους να διαμορφώσουν μία «μακεδονική» εθνική συνείδηση στο βουλγαρικό πληθυσμό. Η αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Kominform, αποτέλεσμα της αντίδρασης του Stalinστην ηγεμονική πολιτική του Tito στα Βαλκάνια, επέφερε και μία αλλαγή της στάσης της Βουλγαρίας. Αν και φαινομενικά η Βουλγαρία δεν είχε αρνηθεί ακόμα την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους», απόφαση της Έκτης Ολομέλειας της ΚΕ του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος στις 13 Ιουλίου 1948 αναφερόταν στις σχέσεις της Βουλγαρίας με τον μακεδονικό χώρο, απαιτούσε τον σεβασμό των δικαιωμάτων της βουλγαρικής μειονότητας στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία, καταδίκαζε την πολιτική των πρακτόρων των Σκοπίων στην βουλγαρική Μακεδονία και έθετε ως προϋπόθεση για την σύσταση της νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας την επιστροφή της Γιουγκοσλαβίας στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.[37] Παράλληλα η Βουλγαρία άρχισε να αποκαθιστά επαφές στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία με προπολεμικά μέλη της VRMO (P. Satev) και VRMO Ενωμένης (Brasnarov), τα οποία, αν και θεωρητικά είχαν αποδεχτεί μετά το 1944 το «μακεδονισμό» ως εθνική επιλογή, επιδίωκαν, όπως και ο πρώτος ατυχής Πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της «Μακεδονίας» M. Cento, την ανεξαρτητοποίηση της πρώην σερβικής Μακεδονίας και όχι την ένταξη της στην γιουγκοσλαβική ομοσπονδία.[38] Στον λόγο του στο Πέμπτο Συνέδριο του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος τον Δεκέμβριο του 1948 ο Dimitrov χαρακτήρισε τις βουλγαρο-γιουγκοσλαβικές διαπραγματεύσεις των ετών 1944-1948 ως προσπάθεια της Γιουγκοσλαβίας να απορροφήσει τη Βουλγαρία και καταδίκασε την πολιτική αποβουλγαροποίησης που ασκούσε η ηγεσία των Σκοπίων στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία.
«…Αυτό που οι πράκτορες του Kolisevski έκαναν στην περιοχή του Πιρίν δεν συνιστούσε παρά αντανάκλαση αυτού που συμβαίνει στην Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Υπό το πρόσχημα του αγώνα κατά του μεγαλοβουλγαρικού σωβινισμού, με την συνδρομή του κρατικού μηχανισμού και όλων των κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών οργανώσεων, είχε αναπτυχθεί και συνεχίζει να αναπτύσσεται μία συστηματική εκστρατεία ενάντια σε κάθε τι το βουλγαρικό… Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν ανέχονται ούτε ένα βουλγαρικό βιβλίο, ούτε μία βουλγαρική εφημερίδα συμπεριλαμβανομένου και του Rabotnicesko Delo. Όλες οι βουλγαρικές επιγραφές στα παλαιά σχολεία και τα μνημεία έχουν επιμελώς εξαλειφθεί. Τα ονόματα όπως Kolischev, Yzunov, Cvetkov και άλλα έχουν μετατραπεί, όπως λέγεται, σε Kolisevski, Uzunovski, Cvetkovski με μοναδικό σκοπό να μην έχουν βουλγαρική κατάληξη…».[39]
Η ευθυγράμμιση του ΚΚΕ με τις επιθέσεις της Kominform κατά του Tito είχε ως αποτέλεσμα την ελάττωση της γιουγκοσλαβικής βοήθειας, χωρίς ωστόσο η βοήθεια αυτή να εκλείψει εντελώς. Τα σύνορα παρέμειναν ανοικτά και οι τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού μεταφέρονταν για περίθαλψη στην Γιουγκοσλαβία. Ο κύριος όγκος της στρατιωτικής βοήθειας προερχόταν πλέον από την Σοβιετική Ένωση μέσω Βουλγαρίας και εντός της Kominform είχε συγκροτηθεί το φθινόπωρο του 1948 «Επιτροπή για τον συντονισμό της βοήθειας προς το Δημοκρατικό Στρατό».[40] Η νέα τροπή που προσέδιδε στο Μακεδονικό η στάση της Βουλγαρίας με την συγκατάθεση της Μόσχας επέδρασε αναμφισβήτητα και στο ΚΚΕ. Η αλλαγή της θέσης του ΚΚΕ εγκαινιάστηκε από τον Ζαχαριάδη με ένα σύντομο άρθρο του τον Δεκέμβριο του 1948 στο περιοδικό Δημοκρατικός Στρατός. Στο άρθρο αυτό υποστήριξε την θέση ότι ο «μακεδονικός» λαός διαμελίστηκε το 1912 και από τότε αγωνίζεται για ένα ενιαίο, ανεξάρτητο και ισότιμο κράτος στην οικογένεια των ελεύθερων λαϊκοδημοκρατικών λαών στα Βαλκάνια. Αυτό ήταν, κατά τον Ζαχαριάδη, και το νόημα του αγώνα του «μακεδονικού» λαού και στην «Μακεδονία του Αιγαίου»[41].
Η στροφή του ΚΚΕ στο Μακεδονικό πραγματοποιείται επίσημα από την Πέμπτη Ολομέλεια και μετά. Η Πέμπτη Ολομέλεια συνήλθε στις 30 και 31 Ιανουαρίου 1949 στην Αλβανί
Περισσότερα... »